Κυριακή, 8 Ιουνίου 2008

DOCK

Etymology of DOCK.

The word DOCK (the area of water between two piers or alongside a pier that receives a ship for loading, unloading, or repairs; a pier, a wharf) derives from the Greek word Δοχή (doche; a place for receiving or holding the ships) from the verb Δέχομαι (dechome; to receive, to contain).

In modern Greek
α) δοχείο: pot, container, receptacle, dispenser [dochio]
β) δέχομαι: receive, contain [dechome]
γ) ντόκος: dock [dokos]

Η λέξη DOCK (προβλήτα, αποβάθρα, νηοδόχος, δεξαμενή) προέρχεται από την ελληνική λέξη Δοχή, που προέρχεται από το ρήμα Δέχομαι.

Δέχομαι -> Δοχή -> Dock
_
Post 29.
_


In wordpress: http://ewonago.wordpress.com/

Δεν υπάρχουν σχόλια: