Κυριακή, 15 Ιουνίου 2008

MORTAL, MORTALITY, MORTUARY, MURDER

Etymology of mortal, mortality and murder.

The adj MORTAL (deadly, doomed to die) derives from the Latin mortalis (subject to death) from mors (death, gen. mortis), which is a transliteration of the Greek μόρος (moros; death) from the verb μείρω (miro; separate, split, divide; as the dead is separated from all the others).
_
From the same root: mortality, immortality, murder, mortuary
_
In modern Greek
α) μοίρα: fate, destiny, portion, degree [mira]
β) μοιράζω: divide, share (out/in) [mirazo]
γ) μοιραίο: fate, doom, death, fatality [mireo]
δ) μοιραίος: fatal, mortal [mireos]
_

Η λέξη MORTAL (θνητός, θανάσιμος) προέρχεται από το λατινικό αντίστοιχο mortalis από το ουσιαστικό mors (θάνατος, γεν. mortis), το οποίο αποτελεί μεταγραφή του ελληνικού μόρος (θάνατος), από το ρήμα μείρω (μοιράζω, χωρίζω, διαιρώ. Μεμερισμένος τοις πάσιν).
_
μείρω (miro) -> μόρος (moros) -> mors (gen. mortis) -> mortalis -> mortal
_
Post 32.
_



In wordpress: http://ewonago.wordpress.com/

Δεν υπάρχουν σχόλια: