Σάββατο, 26 Ιουλίου 2008

VOICE

Etymology of voice

The word voice (sound made by the human mouth) came from the old French voiz, from the Latin vocem from vox (voice, sound) from the greek verb βοώ (shout, cry for, say something with strong voice; voo) and its aeolic form (fut.) βώξω (voxo).

In modern Greek
α) βοώ: shout [voo]
β) βοήσω (μέλλοντας): shout (future) [voico]
γ) βοή: noise, clamour [voi]

Η λέξη voice (ήχος προερχόμενος από ανθρώπινο στόμα) προέρχεται από το λατινικό vox από το ελληνικό ρήμα βοάω - βοώ [μέλλοντας βοάσω - Αιολική μορφή: βοάξω, βώξω].

βοώ (voo) --> βώξω (voxo) --> vox --> voiz --> voice

Post 38.

In wordpress: http://ewonago.wordpress.com/

Δεν υπάρχουν σχόλια: