Σάββατο, 26 Ιουλίου 2008

VOW

Etymology of vow

The word vow (oath, assure) comes from the Latin voveo (I vow), which derives from the Greek verb βεβαιώ (to assure, to promise with certainty; veveo).
_
In modern Greek.
α) βεβαιώ or βεβαιώνω: affirm, confirm, certify [veveo or veveono]
β) βεβαίωση: Affirmation, assurance, confirmation [veveosi]
γ) βεβαίως: adv. certainly, sure, of course [veveos]
δ) βέβαιος: certain, sure [veveos]
_
Η λέξη vow (όρκος, βεβαίωση, βεβαιώνω) προέρχεται από το Λατινικό voveo (ορκίζομαι, βεβαιώνω), το οποίο με τη σειρά του προέρχεται από το Ελληνικό βεβαιώ.
_
βεβαιώ (veveo) --> voveo --> vow
_
Post 40.






In wordpress: http://ewonago.wordpress.com/

Δεν υπάρχουν σχόλια: