Πέμπτη, 7 Αυγούστου 2008

KEY

Etymology of key.

The word key derives from the Latin clavis (key), which in turn derives from the Greek word κλαίς (clais; key), Doric form of κλείς (clis; key). In French clef (key).

From the same root: keyboard, keyhole, keystone.

In modern Greek
α) κλειδί: key [clidi]
β) κλειδαριά: lock, safety lock [clidaria]
γ) κλειδαράς: locksmith [clidaras]
δ) κλειδώνω: lock (in/out/away) [clidono]
ε) κλείδωμα: lock(ing) [clidoma]
στ) κλείνω: close, shut [clino]


Ετυμολογία του key: η λέξη key προέρχεται από το Λατινικό clavis (κλειδί), το οποίο με τη σειρά του προέρχεται από το ελληνικό κλαίς (κλειδί), δωρική μορφή του κλείς (κλειδί).

κλαίς (clais) --> claVis --> clef --> key

Post 42.





_
In wordpress: http://ewonago.wordpress.com/

Δεν υπάρχουν σχόλια: