Δευτέρα, 26 Μαΐου 2008

LIBRARY, LIBRARIAN, LEPROSY, LEPER

Etymology of LIBRARY and LEPROSY.

The word library came into English from the old French librairie (collection of books) noun use of adj. librarius from the Latin librarium (chest for books) from liber (gen. libri; book, paper, originally the inner bark of trees) which derives from the Greek Aeolic form λέπορ (bark of a tree) from the verb λέπω (to peel, to strip off the bark of a tree or plant). Books were anciently made by the inward bark of a plant.
Moreover, from the same verb λέπω (lepo; peel) the Greek word λέπρα (lepra; leprosy) was created. It was transliterated into Latin as lepra and this is the root for the words leprosy and leper.

In modern Greek.
α) λέπρα: leprosy [lepra]
β) λεπρός: leper [lepros]
_
Η λέξη library (βιβλιοθήκη) προήλθε από το γαλλικό librairie (συλλογή βιβλίων) που προήλθε από το λατινικό librarium από το liber (γεν. libri, βιβλίο, αρχικώς ο εσωτερικός φλοιός των δέντρων) από την αιολική μορφή λέπορ από το ρήμα λέπω (απολεπίζω, ξεφλουδίζω). Τα βιβλία στην αρχαιότητα συχνά φτιάχνονταν από φλοιό δέντρων.
Από το ίδιο ρήμα λέπω προέρχεται και η λέξη λεπρός και λέπρα.
_
λέπω -> λέπορ -> libri -> librarium -> librairie -> library
λέπω -> λέπρα -> lepra -> leprosy, leper.
_
Post 27.













In wordpress: http://ewonago.wordpress.com/

Κυριακή, 25 Μαΐου 2008

PAIN, PENALTY, PENAL.

Etymology of PAIN and PENALTY

The noun pain (punishment, especially for a crime; condition one feels when hurt, opposite of pleasure) came into English from the old French peine, from the Latin poena, which is a transliteration of the Greek ποινή (poene; punishment, penalty).
See also the post 25 (Punish, punishment).
_
From the same root: penal, penalty, penance, penalize, penalization, penally, painful, painless, pain-killer, painstaking.
_
In modern Greek:
α) πόνος: pain, ache, suffering [ponos]
β) πονοκέφαλος: headache, hang-over [ponokefalos]
γ) πονόλαιμος: sore throat [pono-lemos]
δ) πονόδοντος: toothache [pono-dontos]
ε) ποινή: sentence, penalty, punishment [pini]
στ) ποινικός: adj criminal, penal [pinikos]
ζ) ποινικοποιώ: penalize [pinikopio]
η) πέναλτι: penalti [penalte]
θ) πονώ: vti pain, ache, hurt, be in pain [pono]
_
Το ουσιαστικό pain (πόνος, τιμωρία) προέρχεται από το γαλλικό peine, που με τη σειρά του προέρχεται από το λατινικό poena, που αποτελεί μεταγραφή του ελληνικού ποινή. Από την ίδια ρίζα προέρχεται και το πέναλτι (ποινή, κύρωση)

ποινή -> paena -> peine -> pain

_

Post 26.










In wordpress: http://ewonago.wordpress.com/

PUNISH, PUNISHMENT

Etymology of PUNISNMENT

The verb punish came into English from the old French puniss-, extended prp. stem of punir (to punish) from the Latine punire, from poenire from poena, which is a transliteration of the Greek ποινή (poene; punishment, penalty).

From the same root: punishment, punishable, punitive, punitory

In modern Greek: ποινή: punishment, sentence, penalty

_

Το ρήμα punish (τιμωρώ) προέρχεται από το λατινικό punish, από το ουσιαστικό poena που αποτελεί μεταγραφή του ελληνικού ποινή.

_

ποινή (poene) -> poena -> poenire -> punire -> punir -> puniss- -> punish
_






_
Post 25.

In wordpress: http://ewonago.wordpress.com/

Σάββατο, 24 Μαΐου 2008

LAMP

Etymology of lamp.

The noun lamp came into English from the French lampe that came from the Latin lampas, which is a transliteration of the Greek λαμπάς (lampas) [lamp, torch, beacon, light] from the verb λάμπω (lambo; to shine)

From the same root: lampion, lamp-post, lamprey, lampshade

In modern Greek:
α) λαμπάς: (wax) candle, torch [lampas]
β) λάμπω: to shine, glance, glitter [lambo]
γ) λάμψη: shine, beam, sparkle, light [lampse]
δ) λάμπα: lamp [lampa]
ε) λαμπιόνι: little lamp, lampion [lampione]

Το ουσιαστικό lamp (λάμπα) προέρχεται από το γαλλικό lampe από το λατινικό lampas, που αποτελεί μεταγραφή του ελληνικού λαμπάς από το ρήμα λάμπω.

λαμπάς --> lampas --> lampe --> lamp
.
Post 24.




Τρίτη, 20 Μαΐου 2008

CHAIR

Etymology of chair.

The word chair came into English from the old French chaire created fom the Latin cathedra (cadeira --> chaere), which derives from the Greek καθέδρα (kathedra; chair, seat).

From the same root: cathedra, cathedral, ex cathedra

In modern Greek:
a) καθέδρα: cathedra [kathedra]
β) καθεδρικός (ναός): cathedral [kathedrikos naos]
γ) από καθέδρας: ex cathedra [apo kathedras]

Η λέξη chair προήλθε από το Γαλλικό chaire που δημιουργήθηκε από το Λατινικό cathedra, το οποίο με τη σειρά του προέρχεται από το Ελληνικό καθέδρα (kathedra).

καθέδρα (kathedra) --> cathedra --> cadeira --> chaere --> chaire --> chair
.
Post: 23
.
In wordpress: http://ewonago.wordpress.com/

Σάββατο, 17 Μαΐου 2008

GOVERN, GOVERNMENT, GOVERNOR, CYBERNETICS.

Etymology of government and cybernetics.

The verb govern comes from the Latin gubernare, which derives from the Greek verb kyberno (κυβερνώ), to direct, rule, guide, to steer.

From the same root: government, governance, governor,cybernetics.

In modern Greek
a) κυβερνώ:
to direct, rule, guide, to steer [kyberno ]
b) κυβέρνηση :
government [kybernisi]
c) κυβερνητικός :
of the government [kybernitikos]
d) κυβερνήτης :
governor, leader [kybernitis]
e) κουβερνάντα : gouvernante [kubernanta]

Το ρήμα govern (κυβερνώ) προέρχεται από το Λατινικό gubernare, το οποίο με τη σειρά του προέρχεται από το ελληνικό ρήμα κυβερνώ.

κυβερνώ (kyberno) --> gubernare --> govern

Post 22.





Κυριακή, 11 Μαΐου 2008

WINE

Etymology of wine and vinegar.

The word wine comes from the Latin vinum (wine) that derives from the Greek oinos (οίνος). The root vin- has been adopted by many European languages, such as German (der Wein), French (vin), Italian (vino), etc.

From the same root: wineglass, vine, vinegar, vineyard etc.

In modern Greek:
a) oenos: wine [οίνος, κρασί]
b) oenopneuma:
alcohol [οινόπνευμα]
c) oenopoeio:
wine factory [οινοποιείο]
d) oenopoeios:
wine maker [οινολόγος]
e) oenologos:
enologist [οινολόγος]

Η λέξη wine (οίνος, κρασί) προέρχεται από το Λατινικό vinum (οίνος) το οποίο με τη σειρά του προέρχεται από το αρχαίο Ελληνικό οίνος.

oenos --> vinum --> vino (It), vin (Fr), wine (Eng), der Wein (Ger).


Post: 21.


In wordpress: http://ewonago.wordpress.com/

ALTER

Etymology of alter.

Alter derives from allotterοs (αλλότερρος), which is the Aeolic form of allotrios (αλλότριος) [foreign, different, one as different from another]

From the same root: alternative, alternate, altruism, alteration, alternately, alternation, alter ego, alterable.

In modern Greek
a) Allos: other, different [άλλος]
b) Allotriono: alienate, estrange [αλλωτριώνω]

Το alter προέρχεται από το αλλότερος, που είναι η Αιολική μορφή του αλλότριος.

alloteros --> alter

Post: 20.





























In wordpress: http://ewonago.wordpress.com/

Δευτέρα, 5 Μαΐου 2008

BOUTIQUE

Etymology of boutique

The word boutique (a fashionable, usually small shop, especially one selling clothes) is a French word that derives from the Old Provençal botiga. Botiga from the Italian bottega, which comes from the Latin apotheca that derives from the Greek apotheke. The word apotheke is still in use in many European languages as a synonym to Pharmacy.

In modern Greek:
a) apotheke: storehouse, warehouse, depot
b) apothekevo: to stock, store up
c) apothekefsi: storing, storage


Η λέξη boutique (μικρό εμπορικό κατάστημα συνήθως με ρούχα) είναι μια γαλλική λέξη, η οποία προέρχεται από το botiga που χρησιμοποιόταν στην Προβηγκία, το οποίο με τη σειρά του προέρχεται από το ιταλικό bottega, από το Λατινικό apotheca, και το οποίο με τη σειρά του προέρχεται από το αρχαίο ελληνικό apotheke. Η λέξη apotheke χρησιμοποιείται ακόμα σε πολλές Ευρωπαικές γλώσσες συνήθως αναφερόμενη σε Φαρμακείο.

apotheke --> apotheca --> bottega --> botiga --> boutique

Post 19.

In wordpress: http://ewonago.wordpress.com/

Κυριακή, 4 Μαΐου 2008

WHAT IS THE RELATIONSHIP BETWEEN LATIN AND GREEK?

In wordpress: http://ewonago.wordpress.com/

LIBERTY, LIBERATE, LIBERATOR, LIBERAL.

Etymology of liberty

The ancient Greek word for the adjective free was elitheros. Its Aeolic form was eliferos (e-lifer-os). The root lifer- became liber- in Latin and it was adopted by several European languages.

From this root: liberty, liberal, liberate, liberation, liberator, liberally, liberality, liberalist, liberalize, libertinism, libertine, libertarian.

In modern Greek:
a) eleftheros: free
b) eleftheria: freedom
c) eleftherono: to liberate, to set free
d) eleftherotis: liberator
e) eleftherotypia: freedom of the press (elefthero + typ-ia):

Από την αρχαία ελληνική λέξη ελύθερος προέρχεται το σημερινό ελεύθερος. Η ρίζα λύθερ- έγινε στα Λατινικά liber- και από αυτήν προήλθαν πλήθος λέξεις σε πολλές ευρωπαϊκές γλώσσες.

e-lifer-os --> liber- --> liberty/liberate

Post: 17.

In wordpress: http://ewonago.wordpress.com/