Κυριακή, 10 Αυγούστου 2008

DENSE, DENSITY

Etymology of dense

The adj dense derives from the Latin densus (dense), which derives from the Greek adj δασύς (dasys; dense).

From the same root: density

In modern Greek.
α) δασύς: dense, thick [dasys]
β) δασύτητα: density, denseness [dasytita]

Το επίθετο dense (πυκνός) προέρχεται από το Λατινικό densus (dense), το οποίο με τη σειρά του προέκυψε από το Ελληνικό δασύς.

δασύς (dasys) --> dasus --> desus --> densus

Post 45.

_

SOUND

Etymology of sound
The word sound came from the Latin sonus, which derives from the Greek τόνος (tonos; tone).
_

From the same root: sonic
_
Η λέξη sound (ήχος, θόρυβος, φωνή) προήλθε από το Λατινικό sonus, το οποίο προέρχεται από το Ελληνικό τόνος.
_
Τόνος (tonos) --> tonus --> sonus --> sound
_
Post 44.


_

Πέμπτη, 7 Αυγούστου 2008

LIGHT, LUCIDITY, LUCERN

Etymology of light, lucidity and lucern

The word light derices from the Latin lux (light; gen. lucis), which derives from the Greek word λύκη (lyci; the dawn, light)

From the same root: lucidity, lucid, lucern

In modern Greek.

α) λυκόφως: light of the dawn [lycofos]

β) λυκαυγές: shining of the dawn [lycavges]
γ) λύχνος: lucern [lychnos]

Η λέξη light προέρχεται από το Λατινικό lux (φως, γεν. lucis), το οποίο προέρχεται από την ελληνική λέξη λύκη (αυγή, φως).

λύκη (lyci) --> lux (lucis) --> light

Post 43.



_

KEY

Etymology of key.

The word key derives from the Latin clavis (key), which in turn derives from the Greek word κλαίς (clais; key), Doric form of κλείς (clis; key). In French clef (key).

From the same root: keyboard, keyhole, keystone.

In modern Greek
α) κλειδί: key [clidi]
β) κλειδαριά: lock, safety lock [clidaria]
γ) κλειδαράς: locksmith [clidaras]
δ) κλειδώνω: lock (in/out/away) [clidono]
ε) κλείδωμα: lock(ing) [clidoma]
στ) κλείνω: close, shut [clino]


Ετυμολογία του key: η λέξη key προέρχεται από το Λατινικό clavis (κλειδί), το οποίο με τη σειρά του προέρχεται από το ελληνικό κλαίς (κλειδί), δωρική μορφή του κλείς (κλειδί).

κλαίς (clais) --> claVis --> clef --> key

Post 42.





_
In wordpress: http://ewonago.wordpress.com/

Τρίτη, 5 Αυγούστου 2008

LANGUAGE

Etymology of language

The word language came from the Latin lingua (tongue, speech, language) from the verb lingo (to lick), which derives from the Greek verb λείχω (liho; to lick).

From the same root: lingua-, linguo-, linguistics, lingua franca.

In modern Greek.
α) γλείφω: lick [glifo]
β) γλείψιμο: licking [glipsimo]

Η λέξη language (γλώσσα) προήλθε από το Λατινικό lingua (γλώσσα) από το ρήμα lingo (γλείφω), το οποίο με τη σειρά του προήλθε από το μέλλοντα λιχώ του ρήματος λείχω (γλείφω).

λείχω (liho) --> lingo --> lingua --> language.

Post 41.