Δευτέρα, 1 Σεπτεμβρίου 2008

MEDICINE

Etymology of medicine


The word MEDICINE comes from the Latin medico from medeor (I heal, cure) from the Greek verb μέδομαι (medome; take care of, think, execute with great art).

From the same root: mode, model, moderate, meditate.


Η λέξη MEDICINE (ιατρική) προέρχεται από το Λατινικό medico από το medeor (θεραπεύω), το οποίο με τη σειρά του προέρχεταιαπό το αρχαίο ελληνικό ρήμα μέδομαι (φροντίζω, θεραπεύω, σκέφτομαι, πράττω επιδεξίως) [μεδέων=προστάτης / μήδος=σχέδιο].


μέδομαι (medome) -> medeor --> medico --> medicine

Post 50.



In wordpress: http://ewonago.wordpress.com/

FLAME

Etymology of flame.

Flame comes from the Latin flamma (flame), which derives form the Greek verb φλέγω (flego; to burn, blaze).

From the same room: flambeau

In modern Greek.
α) φλόγα: flame [floga]
β) φλέγω: burn [flego]

Η λέξη flame προέρχεται από το Λατινικό flamma, το οποίο με τη σειρά του προέρχεται από το ρήμα φλέγω.

φλέγω (flego) -> flamma -> flame.

Post 49.

SCOPE

Etymology of scope.
Scope (aim, purpose, an end, extent or range of view) derives from the Latin scopus, which is a transliteration of the Greek σκοπός (scopos; scope) from the verb σκοπέω (scopeo; aim, intend, watch).

In modern Greek.
a) σκοπός: aim, goal, end, sentry [scopos]
β) σκοπεύω: aim, intend [scopevo]
γ) σκοπιά: look-out post [scopia]
δ) σκόπιμα: adj intentional [scopima]

Η λέξη scope (σκοπός, εύρος) προέρχεται από το Λατινικό scopus, το οποίο αποτελεί μεταγραφή του Ελληνικού σκοπός από το ρήμα σκοπέω (-ώ).

σκοπός (scopos) -> scopus -> scope.

Post 48.


DOOR

Etymology of door.

The word DOOR derives from the Greek word θύρα (thyra; door) by changing θ into d.
From the same word θύρα (thyra; door) and its Aeolic form φύρα (fyra) derives the Latin foris (door) and fora (out of doors) and through it the English forth.

In modern Greek
a) θύρα: door, gate [thyra]
β) θυρεός: escutcheon [thyreos]
γ) θυροειδής: thyroid [thyroidis]

Η λέξη DOOR (θύρα, πόρτα) προέρχεται από την ελληνική λέξη θύρα

Post 47.




CROWN

Etymology of crown

The word CROWN derives from the Latin corona (crown), which is a transliteration of the Greek κορώνη (corone; curve, crown, garland)

From the same root: corona, cornice, coronet
In modern Greek:
a) κορώνα: crown [corona]
b) κορωνίς: apex, top, cornice [coronis]

Η λέξη CROWN (στέμμα) προέρχεται από το Λατινικό corona (στεμμα), το οποίο αποτελεί μεταγραφή του ελληνικού κορώνη. Από την ίδια ρίζα προέρχεται και η λέξη κορνίζα (cornice).

κορώνη (corone) -> corona -> crown

Post 46.