Τρίτη, 30 Δεκεμβρίου 2008

"Laity" derives from the Greek "laikos"

Etymology of "laity"

The word laity (the body of religious worshipers, as distinguished from the clergy), comes from the French laite from the late Latin laicus, which is a transliteration of the Greek laikos (of the people; λαϊκός) from laos (people; λαός).


From the same root:
Lay, layman



In modern Greek
a) laos:
people [λαός]
b) laikos: of the people, folk, vulgar [λαϊκός]


Η λέξη laity (οι λαικοί, οι κοσμικοί, το αμύητο κοινό), προέρχεται από το Γαλλικό laite from από το Λατινικό laicus, το οποίο αποτελεί μεταγραφή του Ελληνικού λαϊκός.



laikos --> laicus --> lai --> laite --> --> laity

Post 67




In wordpress: http://ewonago.wordpress.com/

Σάββατο, 27 Δεκεμβρίου 2008

Etymology of "Military".

Etymology of "Military"
Military comes from the French militaire from the Latin militaris from miles (gen militis) (soldier, army), which, most likely, is derived from the Greek omilos (group, party, gathered people, army; όμιλος) from omu+ili (together+squadron; ομού+ίλη).

From the same root.
militancy, militant, militarism, militarist, militarize, militia etc

In modern Greek
a) omilos: group, party [όμιλος]
b) ili: squardon, cavalry company [ίλη]


Η λέξη military (στρατιωτικός, στρατός) προήλθε από το Γαλλικό militaire από το Λατινικό militaris από το miles (γεν. militis) (στρατιώτης, στρατός), το οποίο, κατά πάσα πιθανότητα, προέρχεται από το Ελληνικό όμιλος από το ομού+ίλη.


omou+ili (ομού+ίλη) --> omilos (όμιλος) --> miles --> militaris --> militaire --> military


Post 66.

References
1. Σταματάκος Ι. Λεξικόν της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης. Εκδ. Δεδεμάδη. Αθήνα, 2006, σελ 688.
2. Κούβελας ΒΑ. Ετυμολογικό και Ερμηνευτικό Λεξικό της Λατινικής Γλώσσας. Μακεδονικές Εκδ. Αθήνα, 2002, σελ. 526.
3. Τζιροπούλου-Ευσταθίου Α. Έλλην Λόγος. Εκδ Γεωργιάδης. Αθήνα, 2003, σελ. 455.
4. Online Etymology Dictionary [ http://www.etymonline.com/ ]



Image from the Etymologicum Magnum (Lipsiae MDCCCXVI).

In wordpress: http://ewonago.wordpress.com/

Τετάρτη, 10 Δεκεμβρίου 2008

ETYMOLOGY OF ANCHOR

Etymology of anchor

Anchor derives from the Latin ancora, which is a transliteration of the Greek ancyra (anchor; άγκυρα).

The name of the capital of Turkey, Ankara, is merely a transliteration of the Greek name Ancyra (anchor; Άγκυρα) of the city.

From the same root
anchorage, anchored

In modern Greek
a) ancyra: anchor [άγκυρα]
b) ancyrovolio: anchorage [αγκυροβόλιο]

Η λέξη anchor (άγκυρα) προέρχεται από τό Λατινικό ancora, το οποίο αποτελεί μεταγραφή του Ελληνικού άγκυρα.

Η ονομασία της πρωτεύουσας της Τουρκίας Ankara, αποτελει μεταγραφή της ελληνικής ονομασίας της πόλης Άγκυρα.

ancyra --> ancora --> ancor --> anchor

Post 65.



In wordpress: http://ewonago.wordpress.com/

ETYMOLOGY OF ARCHIVES

Etymology of archives

The word archives came from the Latin archivum, which is a transliteration of the Greek archion (archive, record office; αρχείον)

From the same root
archival, archivist

In modern Greek
a) αρχείο: archives, file, record [archio]


Η λέξη archives (αρχείο, -α) προήλθε από το λατινικό archivum, το οποίο αποτελεί μεταγραφή του ελληνικού αρχείον.
_
archion (αρχείον) --> archivum --> archif --> archives
_
Post 64.



In wordpress: http://ewonago.wordpress.com/

Κυριακή, 7 Δεκεμβρίου 2008

Claus (Santa Claus)

Etymology of Claus

Claus came from the Dutch Klaas, from Middle Dutch Niklaas, which derives from the Greek name Nikolas (or Nicholas) from Nikolaos. Nikolaos is a combination of two words, namely, Nike (victory) and Laos (people). So Nikolaos literally means victory of the people.


The real Saint Nicholas (Gr.: Ayios Nikolaos; Άγιος Νικόλαος) (15/Mar/270 - 6/Dec/346) is the common name for Nicholas of Myra, a saint and Bishop of Myra (in Asia Minor). Because of the many miracles attributed to his intercession, he is also known as Nicholas the Wonderworker. He had a reputation for secret gift-giving, such as putting coins in the shoes of those who left them out for him.


In modern Greek
a) Nikolaos (shrt.: Nikos): Nicholas, Nick [Νικόλαος]
b) Nike: victory, nike [Νίκη]
c) Laos: people [Λαός]


Το όνομα Claus (όπως στο Santa Claus) προέρχεται από το Ολλανδικό Klaas, από το Niklaas, το οποίο προέρχεται από το Ελληνικό όνομα Νικόλαος.


Nikolaos (Νικόλαος) --> Nikolas --> Niklaas --> Klaas --> Claus


Post 63.
Saint Nicholas


Ιn wordpress: http://ewonago.wordpress.com/

CLERK

Etymology of clerk
Clerk derives from the latin clericus (priest), which is a transliteration of the Greek clericos (priest; κληρικός). Its modern bureaucratic usage is a reminder of the dark ages when clergy alone could read and write.

From the same root.
cleric, clergyman, clergy, clerical, clericalism

In modern Greek
a) clericos: priest [κληρικός]
b) clericalismos: clericalism [κληρικαλισμός]
c) cleros: clergy [κλήρος]
d) cleros: lot, portion [κλήρος]

Το clerk (υπάλληλος γραφείου, γραμματέας, λόγιος) προέρχεται από το λατινικό clericus (ιερέας), το οποίο αποτελεί μεταγραδή του ελληνικού κληρικός. Η "γραφειοκρατική" του χρήση είναι μια υπενθύμιση του γεγονότος ότι κατά το Μεσαίωνα μόνον ο κλήρος γνώριζε γραφή και ανάγνωση.

clericos (κληρικός) --> clericus --> cleric --> clerk

Post 62.

In wordpress: http://ewonago.wordpress.com/

CLERIC - CLERGYMAN - CLERGY

Etymology of cleric.

Cleric derives from the latin clericus (priest), which is a transliteration of the Greek clericos (priest; κληρικός).

From the same root.
clergyman, clergy, clerical, clericalism, clerk

In modern Greek
a) clericos: priest [κληρικός]
b) clericalismos: clericalism [κληρικαλισμός]
c) cleros: clergy [κλήρος]
d) cleros: lot, portion [κλήρος]


Το cleric (κληρικός) προέρχεται από το λατινικό clericus (priest), το οποίο απλώς αποτελεί μεταγραφή του ελληνικού κληρικός.


clericos (κληρικός) --> clericus --> cleric --> clerk

Post 61.

In wordpress: http://ewonago.wordpress.com/