Σάββατο, 7 Μαρτίου 2009

Etymology of pure

Etymology of pure.
Pure comes from the Latin purus, which derives from the Greek pyr/pur (fire, πύρ; gen: puros, πυρός), as initially fire was used for cleansing.

From the same root:
puryness, purification, purify, purity, Puritanism, puritanical, fire


In modern Greek:
a) pyr:
fire (plur: pyra: firing, shooting) [πυρ]
b) pyravlos: rocket [πύραυλος]
c) pyrkayia:
fire, conflagration [πυρκαγιά]
d) pyrovoliko:
artilery [πυροβολικό]
e) pyrovolo: to shoot, fire, gun [πυροβολώ]
f) pyrographia:
pyrography [πυρογραφία]
g) pyrocrotitis:
detonator [πυροκροτητής]
h) pyrolysi:
pyrolysis [πυρόλυση]
i) pyromania:
pyromania [πυρομανία]
j) pyromahika:
ammunition [πυρομαχικά]
k) pyrometria:
pyrometry [πυρομετρία]
l) pyrosvestis:
fire fighter [πυροσβέστης]
m) pyrotechnima:
firework, pyrotechnics [πυροτέχνημα]
n) pyrotechnurgos:
pyrotechnist [πυροτεχνουργός]

Η λέξη pure (αγνός, καθαρός) προέρχεται από το Λατινικό purus, ή οποία με τη σειρά της προέρχεται από το Ελληνικό πύρ, καθώς αρχικώς οι καθαρμοί γίνονταν με τη βοήθεια της φωτιάς.

Post 80.




In wordpress: http://ewonago.wordpress.com/

Δεν υπάρχουν σχόλια: