Κυριακή, 8 Μαρτίου 2009

Etymology of sick

Etymology of sick
The word sick derives from the Greek sickhos (weak, sick, unwell, having nausea, being detestable; σικχός).


Η λέξη sick προέρχεται από το ελληνικό σικχός (ο μη ευκόλως ευχαριστούμενος, ο ασθενής, ο δύστροπος, ο ρέπων σε ναυτία, σιχαμερός και σιχαινόμενος΄ παρ.: σικχαίνω: σιχαίνομαι, βδελύσσομαι).

Post 83.



See also: http://zilote.spaces.live.com/?_c11_BlogPart_pagedir=Next&_c11_BlogPart_handle=cns!4AB911131313636C!3709&_c11_BlogPart_BlogPart=blogview&_c=BlogPart

In wordpress: http://ewonago.wordpress.com/

Etymology of whether

Etymology of whether
Whether derives from the Greek opoter-os [which one of the two; fem: -a, neut: -on; οπότερος] from poter-os [po- (who) + eteros (the other, the one of two)].
_
Το whether προέρχεται από το ελληνικό οπότερος από το πότερος (ποιός από τους δύο, όποιος από τους δυό; πο + έτερος).
_
Post 82.
_

In wordpress: http://ewonago.wordpress.com/

Εtymology of other and either

Etymology of other and either
Other and either derive from the Greek eter-os (fem: -a. neut: -on; έτερος) meaning the other and the one of two.

From the same root:
The prefix heter- and all the words that use it such as heterodox, heterogeneous etc.
_
In modern Greek
a) heterodoxos: heterodox [ετερόδοξος]
b) heterogenes: heterogeneous [ετερογενής]
_
Οι λέξεις other (ο άλλος)και either (ένας από τους δύο) προέρχονται από το ελληνικός έτερος
_
Post 81.

In wordpress: http://ewonago.wordpress.com/

Σάββατο, 7 Μαρτίου 2009

Etymology of pure

Etymology of pure.
Pure comes from the Latin purus, which derives from the Greek pyr/pur (fire, πύρ; gen: puros, πυρός), as initially fire was used for cleansing.

From the same root:
puryness, purification, purify, purity, Puritanism, puritanical, fire


In modern Greek:
a) pyr:
fire (plur: pyra: firing, shooting) [πυρ]
b) pyravlos: rocket [πύραυλος]
c) pyrkayia:
fire, conflagration [πυρκαγιά]
d) pyrovoliko:
artilery [πυροβολικό]
e) pyrovolo: to shoot, fire, gun [πυροβολώ]
f) pyrographia:
pyrography [πυρογραφία]
g) pyrocrotitis:
detonator [πυροκροτητής]
h) pyrolysi:
pyrolysis [πυρόλυση]
i) pyromania:
pyromania [πυρομανία]
j) pyromahika:
ammunition [πυρομαχικά]
k) pyrometria:
pyrometry [πυρομετρία]
l) pyrosvestis:
fire fighter [πυροσβέστης]
m) pyrotechnima:
firework, pyrotechnics [πυροτέχνημα]
n) pyrotechnurgos:
pyrotechnist [πυροτεχνουργός]

Η λέξη pure (αγνός, καθαρός) προέρχεται από το Λατινικό purus, ή οποία με τη σειρά της προέρχεται από το Ελληνικό πύρ, καθώς αρχικώς οι καθαρμοί γίνονταν με τη βοήθεια της φωτιάς.

Post 80.




In wordpress: http://ewonago.wordpress.com/

Παρασκευή, 6 Μαρτίου 2009

Etymology of topic

Etymology of topic

Topic derives from the Latin topica, which is a tranliteration of the Greek topica (of a place, local, the name of a work by Aristotle; τοπικά) from topos (place, subject for conversation; τόπος)
_
From the same root:
topical, utopia, topography
_
In modern Greek
a) topicos: local, regional [τοπικός]
b) topos: place, country, position, locus [τόπος]
c) topio: landscape, seascape, scenery [τοπίο]
d) topographos: topographer [τοπογράφος]
e) topographia: topography [τοπογραφία]
f) topotheto: to place, to post, to position [topo (place) + theto (put)] [τοποθετώ]
g) utopia: utopia [ουτοπία]
_

Η λέξη topic (θέμα συζήτησης) προέρχεται από το Λατινικό topica, το οποίο αποτελεί μεταγραφή του Ελληνικού topica (τοπικά) από το τόπος.
_






Post 79.



In wordpress: http://ewonago.wordpress.com/