Κυριακή, 15 Ιουνίου 2008

BISHOP

Etymology of bishop

The word BISHOP derives from the Latin episcopus (bishop; contraction of both the beginning and the end of the word), which is a transliteration of the Greek επίσκοπος (episcopos; watcher, overseer), from επί- (epi-; over) + σκοπός (scopos; watcher) from the verb σκοπέω (scopeo; observe, see).


In modern Greek
α) Επίσκοπος: bishop [episcopos]
β) επισκόπηση: inspection, review [episcopisi]
γ) επισκοπή: bishopric [episcopi]
δ) επισκοπώ: review, inspect [episcopo]
ε) σκοπός: aim, goal, object, scope, watcher, guard [scopos]
στ) σκοπιά: observation/look-out post, watch-tower [scopia]
_
Η λέξη BISHOP (επίσκοπος) προέρχεται από το λατινικό αντίστοιχο episcopus, το οποίο αποτελεί μεταγραφή του ελληνικού επίσκοπος.


επί- (epi-) + σκοπός (scopos) -> επίσκοπος (episcopos) -> episcopus -> bishop


Post 33.
_

In wordpress: http://ewonago.wordpress.com/

Δεν υπάρχουν σχόλια: