Τρίτη, 30 Δεκεμβρίου 2008

"Laity" derives from the Greek "laikos"

Etymology of "laity"

The word laity (the body of religious worshipers, as distinguished from the clergy), comes from the French laite from the late Latin laicus, which is a transliteration of the Greek laikos (of the people; λαϊκός) from laos (people; λαός).


From the same root:
Lay, layman



In modern Greek
a) laos:
people [λαός]
b) laikos: of the people, folk, vulgar [λαϊκός]


Η λέξη laity (οι λαικοί, οι κοσμικοί, το αμύητο κοινό), προέρχεται από το Γαλλικό laite from από το Λατινικό laicus, το οποίο αποτελεί μεταγραφή του Ελληνικού λαϊκός.



laikos --> laicus --> lai --> laite --> --> laity

Post 67




In wordpress: http://ewonago.wordpress.com/

Σάββατο, 27 Δεκεμβρίου 2008

Etymology of "Military".

Etymology of "Military"
Military comes from the French militaire from the Latin militaris from miles (gen militis) (soldier, army), which, most likely, is derived from the Greek omilos (group, party, gathered people, army; όμιλος) from omu+ili (together+squadron; ομού+ίλη).

From the same root.
militancy, militant, militarism, militarist, militarize, militia etc

In modern Greek
a) omilos: group, party [όμιλος]
b) ili: squardon, cavalry company [ίλη]


Η λέξη military (στρατιωτικός, στρατός) προήλθε από το Γαλλικό militaire από το Λατινικό militaris από το miles (γεν. militis) (στρατιώτης, στρατός), το οποίο, κατά πάσα πιθανότητα, προέρχεται από το Ελληνικό όμιλος από το ομού+ίλη.


omou+ili (ομού+ίλη) --> omilos (όμιλος) --> miles --> militaris --> militaire --> military


Post 66.

References
1. Σταματάκος Ι. Λεξικόν της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης. Εκδ. Δεδεμάδη. Αθήνα, 2006, σελ 688.
2. Κούβελας ΒΑ. Ετυμολογικό και Ερμηνευτικό Λεξικό της Λατινικής Γλώσσας. Μακεδονικές Εκδ. Αθήνα, 2002, σελ. 526.
3. Τζιροπούλου-Ευσταθίου Α. Έλλην Λόγος. Εκδ Γεωργιάδης. Αθήνα, 2003, σελ. 455.
4. Online Etymology Dictionary [ http://www.etymonline.com/ ]



Image from the Etymologicum Magnum (Lipsiae MDCCCXVI).

In wordpress: http://ewonago.wordpress.com/

Τετάρτη, 10 Δεκεμβρίου 2008

ETYMOLOGY OF ANCHOR

Etymology of anchor

Anchor derives from the Latin ancora, which is a transliteration of the Greek ancyra (anchor; άγκυρα).

The name of the capital of Turkey, Ankara, is merely a transliteration of the Greek name Ancyra (anchor; Άγκυρα) of the city.

From the same root
anchorage, anchored

In modern Greek
a) ancyra: anchor [άγκυρα]
b) ancyrovolio: anchorage [αγκυροβόλιο]

Η λέξη anchor (άγκυρα) προέρχεται από τό Λατινικό ancora, το οποίο αποτελεί μεταγραφή του Ελληνικού άγκυρα.

Η ονομασία της πρωτεύουσας της Τουρκίας Ankara, αποτελει μεταγραφή της ελληνικής ονομασίας της πόλης Άγκυρα.

ancyra --> ancora --> ancor --> anchor

Post 65.



In wordpress: http://ewonago.wordpress.com/

ETYMOLOGY OF ARCHIVES

Etymology of archives

The word archives came from the Latin archivum, which is a transliteration of the Greek archion (archive, record office; αρχείον)

From the same root
archival, archivist

In modern Greek
a) αρχείο: archives, file, record [archio]


Η λέξη archives (αρχείο, -α) προήλθε από το λατινικό archivum, το οποίο αποτελεί μεταγραφή του ελληνικού αρχείον.
_
archion (αρχείον) --> archivum --> archif --> archives
_
Post 64.



In wordpress: http://ewonago.wordpress.com/

Κυριακή, 7 Δεκεμβρίου 2008

Claus (Santa Claus)

Etymology of Claus

Claus came from the Dutch Klaas, from Middle Dutch Niklaas, which derives from the Greek name Nikolas (or Nicholas) from Nikolaos. Nikolaos is a combination of two words, namely, Nike (victory) and Laos (people). So Nikolaos literally means victory of the people.


The real Saint Nicholas (Gr.: Ayios Nikolaos; Άγιος Νικόλαος) (15/Mar/270 - 6/Dec/346) is the common name for Nicholas of Myra, a saint and Bishop of Myra (in Asia Minor). Because of the many miracles attributed to his intercession, he is also known as Nicholas the Wonderworker. He had a reputation for secret gift-giving, such as putting coins in the shoes of those who left them out for him.


In modern Greek
a) Nikolaos (shrt.: Nikos): Nicholas, Nick [Νικόλαος]
b) Nike: victory, nike [Νίκη]
c) Laos: people [Λαός]


Το όνομα Claus (όπως στο Santa Claus) προέρχεται από το Ολλανδικό Klaas, από το Niklaas, το οποίο προέρχεται από το Ελληνικό όνομα Νικόλαος.


Nikolaos (Νικόλαος) --> Nikolas --> Niklaas --> Klaas --> Claus


Post 63.
Saint Nicholas


Ιn wordpress: http://ewonago.wordpress.com/

CLERK

Etymology of clerk
Clerk derives from the latin clericus (priest), which is a transliteration of the Greek clericos (priest; κληρικός). Its modern bureaucratic usage is a reminder of the dark ages when clergy alone could read and write.

From the same root.
cleric, clergyman, clergy, clerical, clericalism

In modern Greek
a) clericos: priest [κληρικός]
b) clericalismos: clericalism [κληρικαλισμός]
c) cleros: clergy [κλήρος]
d) cleros: lot, portion [κλήρος]

Το clerk (υπάλληλος γραφείου, γραμματέας, λόγιος) προέρχεται από το λατινικό clericus (ιερέας), το οποίο αποτελεί μεταγραδή του ελληνικού κληρικός. Η "γραφειοκρατική" του χρήση είναι μια υπενθύμιση του γεγονότος ότι κατά το Μεσαίωνα μόνον ο κλήρος γνώριζε γραφή και ανάγνωση.

clericos (κληρικός) --> clericus --> cleric --> clerk

Post 62.

In wordpress: http://ewonago.wordpress.com/

CLERIC - CLERGYMAN - CLERGY

Etymology of cleric.

Cleric derives from the latin clericus (priest), which is a transliteration of the Greek clericos (priest; κληρικός).

From the same root.
clergyman, clergy, clerical, clericalism, clerk

In modern Greek
a) clericos: priest [κληρικός]
b) clericalismos: clericalism [κληρικαλισμός]
c) cleros: clergy [κλήρος]
d) cleros: lot, portion [κλήρος]


Το cleric (κληρικός) προέρχεται από το λατινικό clericus (priest), το οποίο απλώς αποτελεί μεταγραφή του ελληνικού κληρικός.


clericos (κληρικός) --> clericus --> cleric --> clerk

Post 61.

In wordpress: http://ewonago.wordpress.com/

Σάββατο, 22 Νοεμβρίου 2008

Etymology of BOMB

Etymology of bomb
Bomb derives from the french bombe, from the latin bombus (a buzzing sound), which is a transliteration of the greek bombos (βόμβος).

From the same root.
bombard, bombardment, bombardon

In modern Greek
a) bombos (or better vomvos): buzz, drone [βόμβος]
b) bomba (or vomva): bomb [βόμβα]
c) bombardizo (or vomvardizo): bomb, shell [βομβαρδίζω]
d) bombardismos (or vomvardismos): bombing, shelling [βομβαρδισμός]
e) bombardistiko (or vomvardistiko): bomber [βομβαρδιστικό]
f) bombetes (or vomvetes): buzzer [βομβητής]

Bomb προέρχεται από το γαλλικό bombe, από το Λατινικό bombus, το οποίο αποτελεί μεταγραφή του Ελληνικού βόμβος.

βόμβος (bombos) --> bombus --> bomba (It) --> bombe (Fr) --> bomb (En)

Post 60.

In wordpress: http://ewonago.wordpress.com/

Some sources

1. Lemon GW. English Etymology or, a Derivative Dictionary of the English Language: in two Alphabets. Robinson G eds. London M.DCC.LXXXIII (1783).

2. Valpy F.E.J. Dictionary of the Latin Language. Longman and Co. London, 1828.

3. Κούβελας ΒΑ. Ετυμολογικό και Ερμηνευτικό Λεξικό της Λατινικής Γλώσσας. Μακεδονικές Εκδ. Αθήνα, 2002, [ISBN 960-319-224-4].

4. Online Etymology Dictionary [ http://www.etymonline.com/ ]

5. Σταματάκος Ι. Λεξικόν της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης. Εκδ. Δεδεμάδη. Αθήνα, 2006.

6. Τζιροπούλου-Ευσταθίου Α. Έλλην Λόγος. Εκδ Γεωργιάδης. Αθήνα, 2003, [ISBN 960-316-190-Χ].

7. π. Κωνσταντίνου Οικονόμου. Περί της Γνησίας Προφοράς της Ελληνικής Γλώσσης. Εκδ. Φιλόμυθος. Αθήνα, 1993, [ISBN 960-7375-06-8]

8. Etymologicum Magnum. Lipsiae MDCCCXVI (1816).

9. Nikos Sarantakos' Homepage [ http://www.sarantakos.com/ ]

Παρασκευή, 21 Νοεμβρίου 2008

BUFFALO derives from the Greek "boubalos"

Etymology of buffalo

Buffalo derives from the Portoguese bufalo, which in turn came from the Latin bufalus, a variant of bubalus (wild ox), which is merely a transliteration of the Greek boubalos (buffalo; βούβαλος), from bous (ox, cow; βους).



In modern Greek
a) bubalos (or vuvalos or vuvali): buffalo [βούβαλος]
b) bubala (or vuvala): female buffalo [βουβάλα]

Το buffalo προέρχεται από το Πορτογαλλικό bufalo, από το Λατινικό bufalus, παραλλαγή του bubalus, το οποίο απλώς αποτελεί μεταγραφή του Ελληνικού βούβαλος.



bubalus --> bufalus --> bufalo --> buffalo



Post 59.




In wordpress: http://ewonago.wordpress.com/

Τετάρτη, 19 Νοεμβρίου 2008

ALMS derives from the Greek "eleemosyne"

Etymology of alms
Alms derives from the old English ælmesse from the Vulgar Latin alemosyna from the Latin eleemosyna, which is a transliteration of the Greek eleemosyne (ελεημοσύνη; alms, charity, mercy)

From the same root.
almoner, eleemosynary

In modern Greek
a) eleemon: charitable, beneficent [ελεήμων]
b) eleemosyne: charity, alms [ελεημοσύνη]
c) eleos: pity, mercy, compassion [έλεος]

Η λέξη Alms (ελεημοσύνη) προέρχεται από παλαιό αγγλικό ælmesse από την κοινή Λατινική alemosyna από την Λατινική eleemosyna, η οποία και αποτελεί απλή μεταγραφή της ελληνικής ελεημοσύνης.

eleemosyne (ελεημοσύνη) --> eleemosyna --> alemosyna --> alemosna --> ælmesse --> alms

Post 58.


In wordpress: http://ewonago.wordpress.com/

Σάββατο, 15 Νοεμβρίου 2008

ALMOND

Etymology of almond.

Almond comes from the old french almande, from the Vulgar Latin amendla, from Latin amygdala, which is merely a transliteration of the Greek αμύγδαλα-amygdala (almonds).

In modern Greek
a) Αμύγδαλα: almonds [amygdala]

Η λέξη almond προέρχεται από το γαλλικό almande, από το κοινό λατινικό amendla, από την Λατινική amygdala, το οποίο αποτελεί απλώς μεταγραφή του Ελληνικού αμύγδαλα.
_
αμύγδαλα --> amygdala --> amendla --> almande --> almonds


Post 57.


Σάββατο, 1 Νοεμβρίου 2008

The Primitive Greek Romans

I. The Primitive Greek Romans

1. The very existence of the primitive Greek Romans has been completely abolished by historians who continue to support Charlemagne's Lie of 794 which inaugurated the historical dogma that the Roman language was and is Latin. This has remained so in spite of the Roman sources which describe Greek as the first language of the Romans. It seems that Charlemagne's Lie of 794 was based on hearsay and the need to cut off West Romans enslaved to the Franco-Latins from the free East Romans. …
2. … The primitive Greek Romans were the result of the union of the Greek speaking tribes of Italy. These Greek tribes are the following: The Aborigines [2] who came to the area of Rome from Achaia, Greece many generations before the Trojan War. [3] These Aborigines had already accepted into their tribe what was left of the Greek Pelasgians of Italy who had been decimated by a mysterious sickness. [4] Porcius Cato's inclusion of the history of the Pelasgians in Italy and their union with the Aborigines in his De Origines, repeated in detail by Dionysius, is the only mention of them that this writer is aware of. These combined Aborigines and Pelasgians united with some Trojans who migrated to their land and together they became the ancient Greek speaking Latins whose capital was Alba Longa. A branch of these Greek speaking Latins of Alba Longa, led by the brothers Romulus and Romus, founded Rome on the Palatine and Capitoline Hills. They were joined by some of the Greek Sabines of Italy who had settled on the adjacent Quirinal Hill. The Sabines had migrated to Italy from Lacedaemonia in Southern Greece. [5] The Romans continued the process of subduing and including the rest of the Greek Latins and Sabines into their political system.

From the “Introduction to Romanity, Romania, Roumeli” by the late Prof. John S. Romanides (USA). The whole text and the footnotes (in square brackets) are available in this link: [ http://www.romanity.org/htm/rom.16.en.romanity_romania_roumeli.01.htm#s1 ].

Μετάφραση του ανωτέρου αποσπάσματος καθώς και πολλά άλλα στοιχεία υπάρχουν στο βιβλίο του εκλειπόντος π. Ιωάννου Ρωμανίδου "Ρωμηωσύνη", 2002.

Σάββατο, 18 Οκτωβρίου 2008

TONE

Tone derives from the Latin tonus, which is a transliteration of the Greek τόνος (tonos; tone) from the verb τείνω (teino; to stretch)

In modern Greek
a) τόνος: tone [tonos]
b) τείνω: stretch [teino]

Η λέξη tone (τόνος) προέρχεται από το Λατινικό tonus, το οποίο αποτελεί απλή μεταγραφή του Ελληνικού τόνος από το ρήμα τείνω.

τείνω (teino) --> τόνος (tonos) --> tonus --> tune

Post 55.


In wordpress: http://ewonago.wordpress.com/

Παρασκευή, 17 Οκτωβρίου 2008

FRAUD

Etymology of fraud
Fraud comes from the Latin fraus-fraudis, which derives from the Greek φραδής (fradis; clever, smart, crafty).


Το fraud (απάτη, δόλος απατεώνας) προέρχεται από το Λατινικό fraus-fraudis, το οποίο με τη σειρά του προέρχεται από το αρχαίο ελληνικό φραδής (συνετός, έξυπνος, έμπειρος).

φραδής (fradis) --> fraudis -- > fraud

Post 54.


Τρίτη, 14 Οκτωβρίου 2008

NORMAL

Etymology of normal

Normal comes from the Latin normalis (in conformity with rule) from norma (rule, pattern, lit. "carpenter's square"), which derives (via Etruscan) from the Greek γνώμων (gnomon; rule, "carpenter's square.").

From the same root: norm, normality.

In modern Greek
a) γνώμων:
rule, motto, goniometer, protractor [gnomon].

Το normal (φυσιολογικό, σύμφωνος με το νόμο) προέρχεται από το Λατινικό normalis από το norma (κανόνας, γνώμων), το οποίο προέρχεται (μεσω της γλώσσας των Ετρούσκων) από το Ελληνικό γνώμων.

Post 53.

Σάββατο, 11 Οκτωβρίου 2008

LEAF - FOLIO

Etymology of folio and leaf

Leaf comes from the Latin folium (leaf), which derives from the Greek φύλλον (fyllon; leaf) per metathesis.

From the same root.
foliation, foliate, foliar, portfolio, leaflet etc.

In modern Greek
a) φύλλο: leaf [fylo]
b) φυλλάδιο: leaflet, booklet [fyladio]

Η λέξη leaf (φύλλο) προέρχεται από το Λατινικό folium (φύλλο), το οποίο με τη σειρά του προέρχεται από το Ελληνικό φύλλον με το μηχανισμό της μετάθεσης.

φύλλον (fyllon) --> folium --> folio/leaf.

Post 52


In wordpress: http://ewonago.wordpress.com/

Τετάρτη, 8 Οκτωβρίου 2008

TAXONOMY

Etymology of taxonomy

It derives from the French taxonomie coined from the Greek words taxis (τάξις; order, arrangement) + -nomia (method) from -nomos (νόμος; managing, law) from nemein (manage, distribute, put in order).

In modern Greek
a) τάξις: order [taxis]
b) νόμος: law [nomos]

Το taxonomy (ταξινόμηση) προέρχεται από τις λέξεις τάξις και νόμος

taxis + nomos --> taxonomy.

Post 51


In wordpress: http://ewonago.wordpress.com/

Δευτέρα, 1 Σεπτεμβρίου 2008

MEDICINE

Etymology of medicine


The word MEDICINE comes from the Latin medico from medeor (I heal, cure) from the Greek verb μέδομαι (medome; take care of, think, execute with great art).

From the same root: mode, model, moderate, meditate.


Η λέξη MEDICINE (ιατρική) προέρχεται από το Λατινικό medico από το medeor (θεραπεύω), το οποίο με τη σειρά του προέρχεταιαπό το αρχαίο ελληνικό ρήμα μέδομαι (φροντίζω, θεραπεύω, σκέφτομαι, πράττω επιδεξίως) [μεδέων=προστάτης / μήδος=σχέδιο].


μέδομαι (medome) -> medeor --> medico --> medicine

Post 50.



In wordpress: http://ewonago.wordpress.com/

FLAME

Etymology of flame.

Flame comes from the Latin flamma (flame), which derives form the Greek verb φλέγω (flego; to burn, blaze).

From the same room: flambeau

In modern Greek.
α) φλόγα: flame [floga]
β) φλέγω: burn [flego]

Η λέξη flame προέρχεται από το Λατινικό flamma, το οποίο με τη σειρά του προέρχεται από το ρήμα φλέγω.

φλέγω (flego) -> flamma -> flame.

Post 49.

SCOPE

Etymology of scope.
Scope (aim, purpose, an end, extent or range of view) derives from the Latin scopus, which is a transliteration of the Greek σκοπός (scopos; scope) from the verb σκοπέω (scopeo; aim, intend, watch).

In modern Greek.
a) σκοπός: aim, goal, end, sentry [scopos]
β) σκοπεύω: aim, intend [scopevo]
γ) σκοπιά: look-out post [scopia]
δ) σκόπιμα: adj intentional [scopima]

Η λέξη scope (σκοπός, εύρος) προέρχεται από το Λατινικό scopus, το οποίο αποτελεί μεταγραφή του Ελληνικού σκοπός από το ρήμα σκοπέω (-ώ).

σκοπός (scopos) -> scopus -> scope.

Post 48.


DOOR

Etymology of door.

The word DOOR derives from the Greek word θύρα (thyra; door) by changing θ into d.
From the same word θύρα (thyra; door) and its Aeolic form φύρα (fyra) derives the Latin foris (door) and fora (out of doors) and through it the English forth.

In modern Greek
a) θύρα: door, gate [thyra]
β) θυρεός: escutcheon [thyreos]
γ) θυροειδής: thyroid [thyroidis]

Η λέξη DOOR (θύρα, πόρτα) προέρχεται από την ελληνική λέξη θύρα

Post 47.




CROWN

Etymology of crown

The word CROWN derives from the Latin corona (crown), which is a transliteration of the Greek κορώνη (corone; curve, crown, garland)

From the same root: corona, cornice, coronet
In modern Greek:
a) κορώνα: crown [corona]
b) κορωνίς: apex, top, cornice [coronis]

Η λέξη CROWN (στέμμα) προέρχεται από το Λατινικό corona (στεμμα), το οποίο αποτελεί μεταγραφή του ελληνικού κορώνη. Από την ίδια ρίζα προέρχεται και η λέξη κορνίζα (cornice).

κορώνη (corone) -> corona -> crown

Post 46.



Κυριακή, 10 Αυγούστου 2008

DENSE, DENSITY

Etymology of dense

The adj dense derives from the Latin densus (dense), which derives from the Greek adj δασύς (dasys; dense).

From the same root: density

In modern Greek.
α) δασύς: dense, thick [dasys]
β) δασύτητα: density, denseness [dasytita]

Το επίθετο dense (πυκνός) προέρχεται από το Λατινικό densus (dense), το οποίο με τη σειρά του προέκυψε από το Ελληνικό δασύς.

δασύς (dasys) --> dasus --> desus --> densus

Post 45.

_

SOUND

Etymology of sound
The word sound came from the Latin sonus, which derives from the Greek τόνος (tonos; tone).
_

From the same root: sonic
_
Η λέξη sound (ήχος, θόρυβος, φωνή) προήλθε από το Λατινικό sonus, το οποίο προέρχεται από το Ελληνικό τόνος.
_
Τόνος (tonos) --> tonus --> sonus --> sound
_
Post 44.


_

Πέμπτη, 7 Αυγούστου 2008

LIGHT, LUCIDITY, LUCERN

Etymology of light, lucidity and lucern

The word light derices from the Latin lux (light; gen. lucis), which derives from the Greek word λύκη (lyci; the dawn, light)

From the same root: lucidity, lucid, lucern

In modern Greek.

α) λυκόφως: light of the dawn [lycofos]

β) λυκαυγές: shining of the dawn [lycavges]
γ) λύχνος: lucern [lychnos]

Η λέξη light προέρχεται από το Λατινικό lux (φως, γεν. lucis), το οποίο προέρχεται από την ελληνική λέξη λύκη (αυγή, φως).

λύκη (lyci) --> lux (lucis) --> light

Post 43.



_

KEY

Etymology of key.

The word key derives from the Latin clavis (key), which in turn derives from the Greek word κλαίς (clais; key), Doric form of κλείς (clis; key). In French clef (key).

From the same root: keyboard, keyhole, keystone.

In modern Greek
α) κλειδί: key [clidi]
β) κλειδαριά: lock, safety lock [clidaria]
γ) κλειδαράς: locksmith [clidaras]
δ) κλειδώνω: lock (in/out/away) [clidono]
ε) κλείδωμα: lock(ing) [clidoma]
στ) κλείνω: close, shut [clino]


Ετυμολογία του key: η λέξη key προέρχεται από το Λατινικό clavis (κλειδί), το οποίο με τη σειρά του προέρχεται από το ελληνικό κλαίς (κλειδί), δωρική μορφή του κλείς (κλειδί).

κλαίς (clais) --> claVis --> clef --> key

Post 42.





_
In wordpress: http://ewonago.wordpress.com/

Τρίτη, 5 Αυγούστου 2008

LANGUAGE

Etymology of language

The word language came from the Latin lingua (tongue, speech, language) from the verb lingo (to lick), which derives from the Greek verb λείχω (liho; to lick).

From the same root: lingua-, linguo-, linguistics, lingua franca.

In modern Greek.
α) γλείφω: lick [glifo]
β) γλείψιμο: licking [glipsimo]

Η λέξη language (γλώσσα) προήλθε από το Λατινικό lingua (γλώσσα) από το ρήμα lingo (γλείφω), το οποίο με τη σειρά του προήλθε από το μέλλοντα λιχώ του ρήματος λείχω (γλείφω).

λείχω (liho) --> lingo --> lingua --> language.

Post 41.


Σάββατο, 26 Ιουλίου 2008

VOW

Etymology of vow

The word vow (oath, assure) comes from the Latin voveo (I vow), which derives from the Greek verb βεβαιώ (to assure, to promise with certainty; veveo).
_
In modern Greek.
α) βεβαιώ or βεβαιώνω: affirm, confirm, certify [veveo or veveono]
β) βεβαίωση: Affirmation, assurance, confirmation [veveosi]
γ) βεβαίως: adv. certainly, sure, of course [veveos]
δ) βέβαιος: certain, sure [veveos]
_
Η λέξη vow (όρκος, βεβαίωση, βεβαιώνω) προέρχεται από το Λατινικό voveo (ορκίζομαι, βεβαιώνω), το οποίο με τη σειρά του προέρχεται από το Ελληνικό βεβαιώ.
_
βεβαιώ (veveo) --> voveo --> vow
_
Post 40.






In wordpress: http://ewonago.wordpress.com/

NEW, NOVICE

Etymology of new and novice

The words new and novice derive from the latin novus (new), which in turn derives from the greek adj νέος (new; neos). The word neo- (new; neo) is also used as a prefix in many words such as neolithic, neologism, neophyte, neoplasm, neoplatonism etc.

From the same root: news, novelty, novel, novelist, nova, neon

In modern Greek.
α) νέος: new, young, modern [neos]
β) νεότητα: youth, early years [neotita]
γ) νεόφυτος: newly baptized, novice, neophyte [neophytos]
δ) νέα: news [nea]

Οι λέξεις new (νέος) και novice (αρχάριος, νέος) προέρχονται από το Λατινικό novus (νέος), το οποίο προέρχεται από το ελληνικό νέος.

νέος (neos) --> neVus --> novus --> novice/new

Post 39.

In wordpress: http://ewonago.wordpress.com/

VOICE

Etymology of voice

The word voice (sound made by the human mouth) came from the old French voiz, from the Latin vocem from vox (voice, sound) from the greek verb βοώ (shout, cry for, say something with strong voice; voo) and its aeolic form (fut.) βώξω (voxo).

In modern Greek
α) βοώ: shout [voo]
β) βοήσω (μέλλοντας): shout (future) [voico]
γ) βοή: noise, clamour [voi]

Η λέξη voice (ήχος προερχόμενος από ανθρώπινο στόμα) προέρχεται από το λατινικό vox από το ελληνικό ρήμα βοάω - βοώ [μέλλοντας βοάσω - Αιολική μορφή: βοάξω, βώξω].

βοώ (voo) --> βώξω (voxo) --> vox --> voiz --> voice

Post 38.

In wordpress: http://ewonago.wordpress.com/

CALL

Etymology of call

Call derives from the greek verb καλώ (to call; calo)


In modern Greek.

α) καλώ: to call [calo]
β) κάλεσμα:
call, invitation [calesma]
γ) κλήση: call, calling, telephone call [clisi]

Η λέξη call (καλώ, κάλεσμα) προέρχεται από το ελληνικό ρήμα καλέω - καλώ.

καλώ (calo) --> call

Post 37.