Σάββατο, 24 Μαΐου 2008

LAMP

Etymology of lamp.

The noun lamp came into English from the French lampe that came from the Latin lampas, which is a transliteration of the Greek λαμπάς (lampas) [lamp, torch, beacon, light] from the verb λάμπω (lambo; to shine)

From the same root: lampion, lamp-post, lamprey, lampshade

In modern Greek:
α) λαμπάς: (wax) candle, torch [lampas]
β) λάμπω: to shine, glance, glitter [lambo]
γ) λάμψη: shine, beam, sparkle, light [lampse]
δ) λάμπα: lamp [lampa]
ε) λαμπιόνι: little lamp, lampion [lampione]

Το ουσιαστικό lamp (λάμπα) προέρχεται από το γαλλικό lampe από το λατινικό lampas, που αποτελεί μεταγραφή του ελληνικού λαμπάς από το ρήμα λάμπω.

λαμπάς --> lampas --> lampe --> lamp
.
Post 24.




Δεν υπάρχουν σχόλια: