Κυριακή, 25 Μαΐου 2008

PAIN, PENALTY, PENAL.

Etymology of PAIN and PENALTY

The noun pain (punishment, especially for a crime; condition one feels when hurt, opposite of pleasure) came into English from the old French peine, from the Latin poena, which is a transliteration of the Greek ποινή (poene; punishment, penalty).
See also the post 25 (Punish, punishment).
_
From the same root: penal, penalty, penance, penalize, penalization, penally, painful, painless, pain-killer, painstaking.
_
In modern Greek:
α) πόνος: pain, ache, suffering [ponos]
β) πονοκέφαλος: headache, hang-over [ponokefalos]
γ) πονόλαιμος: sore throat [pono-lemos]
δ) πονόδοντος: toothache [pono-dontos]
ε) ποινή: sentence, penalty, punishment [pini]
στ) ποινικός: adj criminal, penal [pinikos]
ζ) ποινικοποιώ: penalize [pinikopio]
η) πέναλτι: penalti [penalte]
θ) πονώ: vti pain, ache, hurt, be in pain [pono]
_
Το ουσιαστικό pain (πόνος, τιμωρία) προέρχεται από το γαλλικό peine, που με τη σειρά του προέρχεται από το λατινικό poena, που αποτελεί μεταγραφή του ελληνικού ποινή. Από την ίδια ρίζα προέρχεται και το πέναλτι (ποινή, κύρωση)

ποινή -> paena -> peine -> pain

_

Post 26.










In wordpress: http://ewonago.wordpress.com/

Δεν υπάρχουν σχόλια: