Σάββατο, 28 Ιουνίου 2008

SCRIPT, SUBSCRIPTION, INSCRIPTION, DESCRIPTION, SRIPTURE.

Etymology of script, subscription, inscription, description and Scripture.

The noun SCRIPT (something written) comes from the Latin scriptum (a writing, a book, a mark) from the verb scribo (to write), which derives from the Greek verb σκαριφώ (σκραιφώ) (scarifo - screfo; make a scratch, trace or mark with a pencil, write).

From the same root: subscribe, subscriber, subscription, inscription, description, Scripture.

In modern Greek:
α) σκαρίφημα: sketch, rough drawing [scarifima]
β) σκαριφώ: sketch, draw roughly [scarifo]

Το ουσιαστικό SCRIPT (κείμενο, γραφή) προέρχεται από το λατινικό scriptum (κείμενο, βιβλίο) από το ρήμα scribo (γράφω), το οποίο προέρχεται από το ελληνικό ρήμα σκαριφώ (σκραιφώ).

σκαριφώ (σκραιφώ; screfo)--> scribo --> scriptum --> script

Post 34.


In wordpress: http://ewonago.wordpress.com/

Κυριακή, 15 Ιουνίου 2008

BISHOP

Etymology of bishop

The word BISHOP derives from the Latin episcopus (bishop; contraction of both the beginning and the end of the word), which is a transliteration of the Greek επίσκοπος (episcopos; watcher, overseer), from επί- (epi-; over) + σκοπός (scopos; watcher) from the verb σκοπέω (scopeo; observe, see).


In modern Greek
α) Επίσκοπος: bishop [episcopos]
β) επισκόπηση: inspection, review [episcopisi]
γ) επισκοπή: bishopric [episcopi]
δ) επισκοπώ: review, inspect [episcopo]
ε) σκοπός: aim, goal, object, scope, watcher, guard [scopos]
στ) σκοπιά: observation/look-out post, watch-tower [scopia]
_
Η λέξη BISHOP (επίσκοπος) προέρχεται από το λατινικό αντίστοιχο episcopus, το οποίο αποτελεί μεταγραφή του ελληνικού επίσκοπος.


επί- (epi-) + σκοπός (scopos) -> επίσκοπος (episcopos) -> episcopus -> bishop


Post 33.
_

In wordpress: http://ewonago.wordpress.com/

MORTAL, MORTALITY, MORTUARY, MURDER

Etymology of mortal, mortality and murder.

The adj MORTAL (deadly, doomed to die) derives from the Latin mortalis (subject to death) from mors (death, gen. mortis), which is a transliteration of the Greek μόρος (moros; death) from the verb μείρω (miro; separate, split, divide; as the dead is separated from all the others).
_
From the same root: mortality, immortality, murder, mortuary
_
In modern Greek
α) μοίρα: fate, destiny, portion, degree [mira]
β) μοιράζω: divide, share (out/in) [mirazo]
γ) μοιραίο: fate, doom, death, fatality [mireo]
δ) μοιραίος: fatal, mortal [mireos]
_

Η λέξη MORTAL (θνητός, θανάσιμος) προέρχεται από το λατινικό αντίστοιχο mortalis από το ουσιαστικό mors (θάνατος, γεν. mortis), το οποίο αποτελεί μεταγραφή του ελληνικού μόρος (θάνατος), από το ρήμα μείρω (μοιράζω, χωρίζω, διαιρώ. Μεμερισμένος τοις πάσιν).
_
μείρω (miro) -> μόρος (moros) -> mors (gen. mortis) -> mortalis -> mortal
_
Post 32.
_



In wordpress: http://ewonago.wordpress.com/

MORON and IDIOT

Etymology of moron and idiot.

The word MORON (foolish, stupid, idiot) derives from the Latin morus, which is a transliteration of the Greek μωρός (moros; fοοlish, stupid).




The word IDIOT (stupid, foolish, dull, moron, mentally dificient person) derives from the Latin idiota, which is a transliteration of the Greek idiotis (person lacking professional skill, lit. private person used for ignorant person) from idios (one's own).



From the same roots: idiom, idiomorphic, idiopathy, idiosyncrasy etc.



In modern Greek
α) μωρός: stupid, foolish [moros]
β) μωρία: folly, stupidity [moria]
γ) μωρό: baby [moro]
δ) μωρολογία: nonsense, idle talk [morologia]
ε) μωραίνω: stupefy, drive mad [moreno]
στ) ιδίωμα: idiom [idioma]
ζ) ιδιωτεύω: retire into private life [idiotevo]
η) ιδιώτης: private individual, civilian [idiotis]
θ) ιδιωτικός: private, personal [idiotikos]
ι) ιδιόχρηστος: used by the owner himself [idohristos]
_


Η λέξη MORON (μωρός, ηλίθιος, πνευματικά ελλειπής ) προέρχεται από το λατινικό morus, το οποίο αποτελεί μεταγραφή του ελληνικού μωρός.

The word IDIOT (μωρός, ηλίθιος, ) προέρχεται από το λατινικό idiota, το οποίο αποτελεί μεταγραφή του ελληνικού ιδιώτης, από το ίδιος.



μωρός (moros) -> morus -> moron
ίδιος (idios) -> ιδιώτης (idiotis) -> idiota -> idiot



Post 32.



In wordpress: http://ewonago.wordpress.com/

Σάββατο, 14 Ιουνίου 2008

ETC (ET CETERA)

Etymology of ETC.

The abbreviation etc (formerly as &c) stands for the Latin expression et cetera (and the others, and the rest), which is a transliteration of the Greek και έτερα (ke etera; and the others).

In modern Greek
α) έτερος: the other [heteros]
β) ετερόδοξος: heterodox [heterodoxos]
_
Η συντομογραφία etc (και τα άλλα, και τα λοιπά) προέρχεται από τη λατινική έκφραση et cetera (και τα άλλα), που αποτελεί μεταγραφή του ελληνικού και έτερα.
_
Και έτερα (ke etera) -> et cetera -> etc

Post 31.


In wordpress: http://ewonago.wordpress.com/

BUTTER

Etymology of butter.

The word BUTTER derives from the Latin butyrum (butter), which is a transliteration of the Greek βούτυρον (boutyron; cow-cheese, butter) from βους (bous; cow) and τυρός (tyros; cheese).
_
In modern Greek:
α) βούτυρο: butter [butyro or better vutyro]
β) τυρί: cheese [tyri]
γ) βόδι: cow [bodi or better vodi]
_
Η λέξη BUTTER προέρχεται από το λατινικό butyrum (βούτυρο), από το ελληνικό βούτυρον από το βους και τυρός.
_
βους + τυρός -> βούτυρον -> butyrum -> butter
_
Post 30.
_

Κυριακή, 8 Ιουνίου 2008

DOCK

Etymology of DOCK.

The word DOCK (the area of water between two piers or alongside a pier that receives a ship for loading, unloading, or repairs; a pier, a wharf) derives from the Greek word Δοχή (doche; a place for receiving or holding the ships) from the verb Δέχομαι (dechome; to receive, to contain).

In modern Greek
α) δοχείο: pot, container, receptacle, dispenser [dochio]
β) δέχομαι: receive, contain [dechome]
γ) ντόκος: dock [dokos]

Η λέξη DOCK (προβλήτα, αποβάθρα, νηοδόχος, δεξαμενή) προέρχεται από την ελληνική λέξη Δοχή, που προέρχεται από το ρήμα Δέχομαι.

Δέχομαι -> Δοχή -> Dock
_
Post 29.
_


In wordpress: http://ewonago.wordpress.com/

TITLE

Etymology of TITLE

The word TITLE derives from the Latin word titulus, which came from the Greek word titlos (τίτλος; title) from the verb τίω (to honor).

From the same root: titled, titling, entitle, titular

In modern Greek:
α) τίτλος: title, label [titlos]
β) τιτλούχος: titled [titluhos]
γ) τιτλοφορώ: entitle, confer a title on sb [titloforo]
δ) τιτουλάριος: titular, assistant bishop [titularios]

Η λέξη TITLE (τίτλος), προέρχεται από το λατινικό αντίστοιχο titulus, η οποία προέρχεται από την ελληνική λέξη τίτλος από το ρήμα τίω (τιμώ).

τίω -> τίτλος -> titulus -> title
_
Post 28.
_

In wordpress: http://ewonago.wordpress.com/